Γράφει ο Κωνσταντίνος Δέδες – δικηγόρος
Μέτρα εισάγονται για συζήτηση και κατόπιν επανεξετάζονται. Πολύ χαρακτηριστικά είναι τα όσα έγιναν με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στο κρασί, μέτρο του οποίου τις επιπτώσεις μάλλον δεν μέτρησαν όποιοι εισηγήθηκαν να περιληφθεί στο νομοσχέδιο με τα νέα προαπαιτούμενα. Και όλα αυτά αναδεικνύουν την έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού, σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο για τη χώρα. Είναι βέβαια σαφές ότι οι πιέσεις από το κουαρτέτο περισσεύουν, όπως και το ότι δεν υπάρχει χρόνος. Όμως, όλα αυτά θα μπορούσα ν να είχαν αποφευχθεί.
Όπως και να έχει, είναι καιρός όσοι μετέχουν στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής να μιλούν με τους φορείς, μετά επιμελητήρια και με τους πολύπειρους ανθρώπους της αγοράς, αντί να δοκιμάζουν συνεχώς την υπομονή τους και να μπαίνουν καθημερινά στη λογική της μέτρησης αντιδράσεων ή της «επανεξέτασης» των προτεινόμενων μέτρων. Αυτό, ο διάλογος δηλαδή με εκείνους που πρέπει, λείπει πάρα πολύ σήμερα. Και μπορεί ο χρόνος να πιέζει πάρα πολύ και να μην επιτρέπει ατέρμονες διαβουλεύσεις, όμως άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Και μπορεί πολλοί στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να μην αισθάνονται και πολύ άνετα με αυτό που συνοψίζεται σε μία λέξη, τη λέξη «αγορά», ή να επιμένουν σε «κεντρικούς σχεδιασμούς» που παραπέμπουν σε άλλες εποχές και μοντέλα, όμως εδώ που έφτασε πλέον η ελληνική οικονομία δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια. Όσοι δεν μπορούν ή όσοι έχουν αποφασίσει να μπαίνουν κάθε τόσο και λιγάκι στη μέση δημιουργώντας προβλήματα ας παραμεριστούν από το Μέγαρο Μαξίμου.
Κάθε μέρα που περνά και κάτι «βαλτώνει», η οικονομία επιβαρύνεται. Και αυτό μας αφορά όλους. Η εισπρακτική λογική οδηγεί δυστυχώς πολλούς στην κυβέρνηση σε ολισθηρές ατραπούς και καταβαραθρώνει τον έναν κλάδο μετά τον άλλον. Η αφαίμαξη του ιδιωτικού τομέα που ξεκινά από την απροθυμία μείωσης των κρατικών δαπανών πρέπει να σταματήσει. Είναι σαφές ότι δεν βγάζει πουθενά, φέρνει σε απόγνωση τους επαγγελματίες και μόνο νέα αδιέξοδα δημιουργεί. Και ο χρόνος είναι αμείλικτος, τρέχει. Και όσο δεν αναστρέφεται η ύφεση, επιχειρήσεις κλείνουν και νέοι που τους χρειάζεται η πατρίδα φεύγουν. Και η αγορά ερημώνει… Ο μόνος τρόπος για να σωθεί η οικονομία μας είναι να αρχίσει και πάλι η κεφαλαιακή ροή προς τη χώρα μας. Και αυτό συνοψίζεται σε μια λέξη: επενδύσεις.
