Η αγορά φωνάζει και προειδοποιεί

By Αύγουστος 1, 2016

Του Κωνσταντίνου Δέδε

Ούτε μία ούτε δύο, αλλά τουλάχιστον 100 επιχειρήσεις κλείνουν κάθε εργάσιμη μέρα στην Ελλάδα, κατά μέσο όρο, τα τελευταία επτά χρόνια. Αυτό προκύπτει από το γεγονός πως από το 2008 έως σήμερα έχουν «χαθεί» 244.714 επιχειρήσεις σε όλους σχεδόν τους κλάδους, γεγονός που «μεταφράζεται» σε 842.670 χιλιάδες θέσεις εργασίας, ενώ σε όρους προστιθέμενης αξίας η εξαφάνιση αυτών των εταιρειών αφαίρεσε και 30,31 δισ. ευρώ προϊόντος από την εθνική οικονομία.
Αλλά και οι επιχειρήσεις που επιβιώνουν, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν σημαίνει πως είναι όλες κερδοφόρες. Οι περισσότερες παλεύουν σε καθημερινή βάση με μειωμένους τζίρους, αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις, μεγάλα χρέη, ανείσπρακτες απαιτήσεις, έλλειψη ρευστότητας και απουσία χρηματοδοτήσεων.
Σύντομα, μάλιστα, θα κληθούν να αντιμετωπίσουν ακόμα υψηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις, ασφαλιστικές υποχρεώσεις και κανονιστική συμμόρφωση, με αποτέλεσμα να πληθύνει η λίστα των «λουκέτων», σε μια αλληλουχία γεγονότων που θα πολλαπλασιάσει τη ζημία στην αγορά.
Και δυστυχώς, αυτοί που θα υποστούν το ισχυρότερο και τελειωτικό πλήγμα δεν είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις, στις οποίες μπορεί μεν να οφείλονται ακόμα και εκατομμύρια ευρώ, αποτελούν ωστόσο μόνο ένα μικρό ποσοστό του τζίρου τους, αλλά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για τις οποίες, ακόμα και οι οφειλές μερικών χιλιάδων ευρώ, θέτουν ζήτημα επιβίωσης.
O ρυθμός αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των οφειλών προς το δημόσιο έχει επιταχυνθεί δραματικά το τελευταίο διάστημα. Κόκκινα δάνεια στις τράπεζες και ληξιπρόθεσμες οφειλές στην εφορία έχουν φτάσει τα 190 δισεκατομμύρια ευρώ και έχουν ξεπεράσει κατά πολύ το 100% του φετινού ΑΕΠ της χώρας. Και σε αυτά δεν υπολογίζονται τα χρέη προς τη ΔΕΗ.
Είναι αναντίρρητο, ότι για την κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική αγορά, ευθύνονται τόσο οι «θεσμοί», όσο και οι Τράπεζες.
Οι «θεσμοί», γιατί πρότειναν και συνεχίζουν να επιμένουν σε μια πολιτική που οδηγεί στη μείωση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος, δηλαδή στην ύφεση. Μιας πολιτικής που μειώνει απότομα το επίπεδο διαβίωσης και την αγοραστική δυναμική της πλειονότητας των πολιτών.
Οι Τράπεζες γιατί δεν μπόρεσαν να παίξουν την κυρία λειτουργία τους, εκείνη της διαμεσολάβησης για την κατανομή των πόρων στις παραγωγικότερες και αποδοτικότερες οικονομικές μονάδες της οικονομίας.
Στο σημείο που έχουμε φτάσει πλέον ακόμα και η ολική εξόφληση των οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, θα ισοδυναμεί με μια σταγόνα στον ωκεανό.
Για να γυρίσει το κλίμα στην αγορά και να αρχίσει σταδιακά να αλλάζει το σημερινό δραματικό μομέντουμ χρειάζεται να τελειώνουμε οριστικά με την εντεινόμενη δημοσιονομική πίεση σε επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και φυσικά πρόσωπα.
Χρειάζεται μια γενναία οριζόντια ρύθμιση χρεών σε εφορίες, ταμεία και τράπεζες, όχι μόνο για τις επιχειρήσεις αλλά και για τα φυσικά πρόσωπα. Χρειάζεται η οριστική άρση των capital controls και μια ελκυστική πολιτική για τις νέες επενδύσεις. Χρειάζονται νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για τις νέες επιχειρήσεις και βέβαια η ραγδαία μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.
Όλα αυτά πρέπει να γίνουν τώρα. Και οι εταίροι και δανειστές εάν πειστούν για την διάθεση μας να απαλλαγούμε οριστικά από τα ελλείμματα και τα δανεικά θα αναγκαστούν να συμφωνήσουν σε αυτήν την υποχρεωτική στροφή.
* Ο κ. Κωνσταντίνος Δέδες είναι Δικηγόρος – Μέλος του τομέα Ανάπτυξης της ΝΔ

Δημοσιεύτηκε στo www.capital.gr