Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι του εξωτερικού δείχνουν την τάση να «ξεχάσουν» την Ελλάδα και να ασχοληθούν ξανά μαζί της μόνο στην περίπτωση που υπάρξουν σοβαρές ενδείξεις ανάκαμψης, καθώς η καθυστέρηση των αναγκαίων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και ένα εχθρικό ρυθμιστικό και φορολογικό περιβάλλον κρατούν καθηλωμένη την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Το πολύπλοκο και γραφειοκρατικό σύστημα της χώρας μας, τις περισσότερες φορές ευθύνεται για το μπλοκάρισμα ελληνικών και ξένων επενδύσεων με αποτέλεσμα την δυσαρέσκεια των επενδυτών από τις πολυετείς και χρονοβόρες διαδικασίες και τον σκεπτικισμό που βλέπουν πλέον οι επενδυτές την χώρα μας.
Είναι δεκάδες τα παραδείγματα επενδυτών που ενώ έδειξαν ενδιαφέρον για πραγματοποίηση στρατηγικής σημασίας επενδύσεων, η κατάσταση που αντιμετώπισαν τους ανάγκασε να αποχωρήσουν, στερώντας τη χώρα από δεκάδες δισ. ευρώ επενδύσεων και ακόμα περισσότερα κεφάλαια από χαμένους φόρους, εισφορές και θέσεις εργασίας. Μάλιστα, υπολογίζεται ότι πάνω από 15 περιπτώσεις αιτήσεων για επενδύσεις «κόλλησαν» στα γρανάζια της γραφειοκρατίας.
Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι πριν από λίγο χρονικό διάστημα, έγινε γνωστή η αποχώρηση της ισραηλινών συμφερόντων εταιρίας Plaza Centers, η οποία σχεδίαζε να αναπτύξει 10 εμπορικά κέντρα σε όλη τη χώρα. Μετά από 17 χρόνια άκαρπων προσπαθειών, κατά τη διάρκεια των οποίων η επένδυση «πάγωσε» και «ξεπάγωσε» αρκετές φορές, η εταιρία απέσυρε την επένδυση και πήρε το δρόμο της επιστροφής…
Η νοσηρότητα του καθεστώτος αδειοδότησης των επενδύσεων στην Ελλάδα αποδεικνύεται με πληθώρα άλλων περιπτώσεων άκαρπων επενδυτικών προσπαθειών, όπως οι επενδύσεις για την ανάπτυξη ακινήτων, όπως η Αφάντου στη Ρόδο ή το ακίνητο στην Κασσιόπη της Κέρκυρας. Και στις δύο περιπτώσεις, οι διαγωνισμοί ολοκληρώθηκαν επιτυχώς πριν από δύο και πλέον χρόνια, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν επιλυθεί τα πολεοδομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εμπλεκόμενοι επενδυτές.
Επιπλέον, στην περίπτωση της επιχειρούμενης μεγάλης τουριστικής επένδυσης, με την επωνυμία «Atalanti Hills», οι επενδυτές ταλαιπωρούνται από το 2006 προκειμένου να την ξεμπλοκάρουν και να λειτουργήσει η μονάδα που θα απασχολήσει 7.000 εργαζόμενους.
Ας μην ξεχνάμε, ότι η διαδικασία αδειοδότησης που περιλαμβάνει τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και πολεοδομικού σχεδιασμού (ΕΣΧΑΣΕ και ΕΣΧΑΔΑ), προϋποθέτει από 50 έως 100 εγκρίσεις, ενώ απαραίτητη είναι και η χορήγηση γνωμοδοτήσεων από το Ελεγκτικό Συνέδριο ή το ΣτΕ. Αν υπολογίσουμε τη διαδικασία αυτή σε χρόνια αναμονής, καταλαβαίνουμε αμέσως γιατί πολλοί πρόθυμοι επενδυτές επιλέγουν να επενδύσουν ακόμη και σε χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού.
Η κουλτούρα διαφθοράς, διαπλοκής και γραφειοκρατίας 40 ετών απωθεί τα ξένα κεφάλαια καθώς κανείς δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει ότι η επένδυσή τους στη χώρα μας θα είναι περισσότερο καίρια και επικερδής απ’ ότι σε μία γειτονική χώρα.
Την ίδια ώρα οι γειτονικές χώρες κάνουν άλματα. Και όσο εμείς θα συζητάμε για τα αυτονόητα, όσο θα στέλνουμε αντιφατικά μηνύματα ότι «θέλουμε τις επενδύσεις αλλά όχι τους επενδυτές» κάποιοι άλλοι θα αρπάζουν τις ευκαιρίες και θα γεύονται τους καρπούς της ανάπτυξης.
Συγκεκριμένα, στην πλειονότητα των χωρών της πρώην ΕΣΣΔ το επενδυτικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από χαμηλή φορολογία, μικρό απαιτούμενο κεφάλαιο επένδυσης, σταθερό τραπεζικό σύστημα, χαμηλές ασφαλιστικές εισφορές, χαμηλό εργατικό κόστος.
Είναι λοιπόν, προφανέστατοι οι λόγοι για τους οποίους ο επενδυτής προτιμά να στραφεί σε οικονομίες χωρών, οι οποίες ενδεχομένως να μην διαθέτουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας.
Είναι πλέον άμεση η ανάγκη συνειδητοποίησης του ότι χωρίς επενδύσεις η επιστροφή σε πορεία ανάπτυξης αποτελεί μακρινό όνειρο, χωρίς εισροή κεφαλαίων η αύξηση των εισοδημάτων και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου αποτελόυν αυταπάτες. Δεν είναι τυχαίο που κάθε κυβέρνηση, πλην της δικής μας, προσπαθεί με διάφορους τρόπους να προσελκύει ξένους επενδυτές και να ενθαρρύνει τις εγχώριες επενδύσεις με διάφορα προνόμια, επιπρόσθετες υπηρεσίες και φορολογικές ελαφρύνσεις.
Συνεπώς, η προσέλκυση επενδύσεων και η επαναφορά στην οικονομική και χρηματοπιστωτική κανονικότητα προϋποθέτει την εφαρμογή ενός νέου υποδείγματος εξωστρεφούς και διατηρήσιμης ανάπτυξης, που θα βασίζεται στους τομείς των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.
Μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας και στη δημόσια διοίκηση, χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων οφείλουν να βρίσκονται στην αρχή της ατζέντας των κυβερνητικών στελεχών.
Δημοσιεύτηκε στo περιοδικό ZERO(τεύχος Μαρτίου)
