Οι εξελίξεις στο Σκοπιανό και το «έλλειμμα» στην εξωτερική πολιτική

By Μαΐου 31, 2018

Του Κων/νου Δέδε*

Τις τελευταίες ημέρες στην επικαιρότητα κυριαρχούν οι εξελίξεις στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ. Η κυβέρνηση διατείνεται ότι οι εξελίξεις που μας φέρνουν κοντά στην επίλυση της διαφοράς για την ονομασία είναι αποτέλεσμα της πολιτικής της. Ας μην γελιόμαστε. Οι εξελίξεις οφείλονται στην απόσυρση των εθνικιστών του VMRO από την ηγεσία της γειτονικής χώρας και στην εντεινόμενη ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια. Το αποτέλεσμα ήταν να ασκηθούν ασφυκτικές πιέσεις από ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ για να κλείσει η εκκρεμότητα της ονομασίας εντός του Ιουνίου και να ανοίξει ο δρόμος για την ένταξη της γειτονικής χώρας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς.

Εάν θέλουμε πραγματικά να μετρήσουμε το… εύρος και την αποτελεσματικότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αρκεί μια καταγραφή της στάσης της στα μείζονα περιφερειακά ζητήματα αλλά και στα Ελληνοτουρκικά.

Το τελευταίο διάστημα, η παγκόσμια διπλωματία παρακολουθεί ανήσυχη τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή που πυροδοτήθηκαν από την απόφαση των ΗΠΑ να μεταφέρει την πρεσβεία της στην Ιερουσαλήμ και να αποσυρθεί από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Ειδικά για το Ιράν, η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαικών κρατών και κυβερνήσεων συνεχίζει να εκφράζει τον σοβαρό προβληματισμό της για τις πιθανές αρνητικές συνέπειες που θα έχει η απόφαση Τραμπ και τον κίνδυνο να πυροδοτηθούν νέες συγκρούσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Σε αυτήν την συντριπτική πλειοψηφία δεν ανήκει η Ελλάδα. Για την ακρίβεια το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ήταν ίσως το μόνο που δεν πήρε άμεσα θέση για την απόφαση των ΗΠΑ!

Ούτε μια δήλωση. Ούτε μια λιτή έστω ανακοίνωση. Και αυτό είναι εξόχως προβληματικό δεδομένου ότι η χώρα μας έχει ειδικό συμφέρον για τα τεκταινόμενα στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου και είναι η χώρα που σήκωσε και σηκώνει (αναλογικά) το μεγαλύτερο βάρος του προσφυγικού ζητήματος.

Το έλλειμμα της εξωτερικής πολιτικής είναι εμφανές και από τους συνεχείς αιφνιδιασμούς της Αθήνας από τις τουρκικές προκλήσεις. Η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε από τη ρητορική του Ερντογάν στην Αθήνα, από τον εμβολισμό του «Γαύδος» και της κανονιοφόρου «Αρματωλός», αιφνιδιάστηκε όταν συνέλαβαν τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς στις Καστανιές, αιφνιδιάστηκε από τις τουρκικές ανακοινώσεις για τα Ίμια κ.ο.κ.

Σε όλες τις ευρωπαικές χώρες και στις σύγχρονες δημοκρατίες μιλούν οι υπουργοί Εξωτερικών και οι υπουργοί Άμυνας σιωπούν. Με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ συμβαίνει το αντίθετο: Η διπλωματία έχει δώσει τη θέση της σε μια υπερπαραγωγή φωτογραφικών και κινηματογραφικών στιγμιότυπων από δραστηριότητες των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

 

Απλές επισκέψεις της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας σε διάφορες μονάδες όπως επίσης και η κάλυψη στρατιωτικών ασκήσεων και επιδείξεων παρουσιάζονται από την κυβέρνηση και τα αρμόδια υπουργεία? ως ουσιαστικές απαντήσεις στην τουρκική προκλητικότητα.

Παρεμπιπτόντως αυτά δεν συνιστούν αποτροπή. Τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα δεν εξασφαλίζονται με μεγαλοστομίες και ψευδοπαληκαρισμούς! Ούτε το ηθικό σφυρηλατείται με απλοϊκές ατάκες και επικοινωνιακούς βρυχηθμούς.

Η τουρκική επιθετικότητα μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με στρατηγική, ψυχραιμία και τόλμη και οπωσδήποτε με «αθόρυβη», μεθοδική και διαρκή προετοιμασία.

Ειδικά για τα ελληνοτουρκικά η στρατηγική που ακολουθήθηκε από την δεκαετία του ?90 με την υποστήριξη της ευρωπαικής της προοπτικής που αναπόφευκτα θα οδηγούσε στον εξευρωπαϊσμό της γειτονικής χώρας δεν αποδίδει.

Η Τουρκία αντί να προσεγγίζει τα ευρωπαϊκά στάνταρ, απομακρύνεται από αυτά και μετατρέπεται σε έναν αποσταθεροποιητικό παράγοντα στην ΝΑ Μεσόγειο. Γι? αυτό χρειάζεται η χάραξη μιας διαφορετικής εξωτερικής πολιτικής και η δημιουργία ισχυρών συμμαχιών. Αυτήν την πολιτική δεν μπορεί όμως να την χαράξει μια κυβέρνηση η οποία είναι περιθωριοποιημένη και απομονωμένη σε όλους τους ευρωατλαντικούς θεσμούς.

 

*Ο Κων/νος Δέδες είναι Δικηγόρος, μέλος του τομέα Ανάπτυξης της ΝΔ

Δημοσιεύτηκε στo www.dou.gr